Μαμά δεν θέλω: Πότε το παιδί ξεκινά να διαμορφώνει την δική του άποψη και πως να το χειριστείς;

by admin

Πολλοί γονείς, μέσα από την εμπειρία τους, ενδεχομένως να έχουν ακούσει ή να ακούνε τα παιδιά τους να εκφράζουν την άποψη τους σε θέματα που αφορούν την ενδυμασία και την εμφάνισή τους γενικότερα.

Πολλές φορές είναι αναμενόμενο για πολλά παιδιά να εισηγούνται ή ακόμη να επιμένουν στο πια ρούχα και παπούτσια θα βάλουν ή/και πώς να τα συνδυάσουν μεταξύ τους.Η θεώρηση του «αρέσει» και του «δεν αρέσει», όπως επίσης και της προσωπικής άποψης γενικότερα είναι έμφυτες στον άνθρωπο και λαμβάνουν διάφορες επιρροές στην πορεία της ζωής του ανθρώπου μέχρι να διαμορφωθεί η «σε κάθε περίπτωση» για το κάθε θέμα άποψη, η οποία μπορεί να αλλάζει συχνά.Η παρατήρηση βρεφών σε ορισμένες περιπτώσεις έδειξε ότι τα βρέφη αντιστέκονται ή «επιστρέφουν» την τροφή που δεν τους αρέσει.Σε άλλες περιπτώσεις είναι δυνατό να παρατηρηθεί σε βρέφη να είναι δεκτικά σε συγκεκριμένους ανθρώπους και να αντιδρούν όταν τα προσεγγίζουν άλλα άτομα.Στο διάστημα μεταξύ των 12 και των 20 μηνών (ανάλογα με το κάθε παιδί) τα παιδιά συνήθως αρχίζουν να εκφράζουν λεκτικά την άποψή τους μέσω του «ναι» και του «όχι», του «καλό» και του «κακό», ενώ στο διάστημα μεταξύ των 18 και 24 μηνών το παιδί μπορεί να προσδιορίζει μέσω του «αυτό ναι» και του «αυτό όχι».

 

Γύρω στα δύο χρόνια το παιδί, αφού έχει ήδη έρθει σε επαφή με διάφορα οπτικά (ενός βαθμού εξοικείωση με το τι του αρέσει και τι όχι) και ακουστικά ερεθίσματα (ακούγοντας τα άτομα του περιβάλλοντός του να εξωτερικεύουν τις δικές τους απόψεις) αρχίζει να εξωτερικεύει λεκτικά τις απόψεις του για θέματα με τα οποία «πρόκειται να βρεθεί αντιμέτωπο» όπως το τι θα φάει, τι θα φορέσει, που θα πάει, σε ποιους να μιλήσει κλπ.

Μέχρι αυτή την ηλικία και για να είναι το παιδί σε θέση να επιλέγει, έχει ήδη διαμορφώσει ασυνείδητα τα δικά του κριτήρια και έχει ήδη αρχίσει να αναπτύσσει την κριτική του ικανότητα.Δηλαδή, το παιδί έχει θέσει ασυνείδητα τα δικά του κριτήρια για τον «καλό άνθρωπο», το «ωραίο παιχνίδι», το τι είναι αστείο κλπ, και μπορεί ασυνείδητα να κρίνει και να ξεχωρίσει το «καλό» από το «κακό», το «ευχάριστο» από το «δυσάρεστο» κλπ.

Ο συνδυασμός αυτών των ικανοτήτων με την εμπειρία του να ακούει άλλα άτομα να εξωτερικεύουν τις απόψεις τους, «καθιστά το παιδί έτοιμο» να εξωτερικεύσει τις δικές του απόψεις.Εφόσον, το παιδί μπορεί πλέον να ξεχωρίζει, βάση των ασυνείδητων δικών του κριτηρίων, αυτό είναι ένδειξη ότι η κριτική του ικανότητα προχωρά αναπτυξιακά.Επομένως, το παιδί γύρω στην ηλικία των 2 χρονών, αφού έχει τη δυνατότητα να έχει δική του άποψη, μπορεί πλέον να εκφράζει λεκτικά τις απόψεις του για διάφορα θέματα με τα οποία «έρχεται αντιμέτωπο» όπως το παιχνίδι, το φαγητό, τα ρούχα, τα παιδιά που θα παίξει μαζί τους κλπ.

Τα παιδιά, έχοντας ήδη κατακτήσει τη γλώσσα και έχοντας τη δυνατότητα πλέον να διαμορφώνουν άποψη, ερχόμενα σε επαφή με διάφορα ερεθίσματα στα οποία γίνονται συζητήσεις για θέματα που αφορούν τη στιλιστική εμφάνιση και όχι μόνο (όπως συζητήσεις μεγαλύτερων, τηλεοπτικά προγράμματα ή ακόμη και «συζητήσεις» συνομήλικων εάν είναι μεγαλύτερα) προσπαθούν να διαμορφώσουν τη δική τους θεωρία στο θέμα της στιλιστικής εμφάνισης, δηλαδή όχι απλώς «θέλω» κάτι συγκεκριμένο, αλλά γιατί το «θέλω».Μια «θεωρία» η οποία πολλές φορές επηρεάζεται από τα διάφορα τηλεοπτικά πρότυπα και από το τι φοράνε, τα αγαπημένα τους παιχνίδια ή κινούμενα σχέδια ή τι λένε οι συνομήλικοι τους ότι αγόρασαν και πώς το περιγράφουν.Τα παιδιά στρέφονται προς τα συγκεκριμένα πρότυπα γιατί αυτά τα πρότυπα ανταποκρίνονται στις διάφορες εικόνες (απόψεις) που τα ίδια έχουν διαμορφώσει και τα οποία ικανοποιούν τα δικά τους ασυνείδητα κριτήρια του τι είναι ωραίο, ευχάριστο, τι θέλουν, τι δεν θέλουν κλπ.

Είναι αναμενόμενο μέσω αυτών των επιρροών να διαμορφώνεται η στιλιστική άποψη των παιδιών.Ακόμη, σε αρκετές περιπτώσεις θεωρείται υγιές για τα παιδιά να έχουν προσωπική άποψη στα θέματα που τα αφορούν.Εφόσον, οι «στιλιστικές επιθυμίες» των παιδιών γίνονται σε υγιές πλαίσιο, όπου, δηλαδή, ο καθένας από τα άτομα που συζητούν αντιλαμβάνεται και κατανοεί όσα λέει ο συνομιλητής του ανεξαρτήτως της προσωπικής (υποκειμενικής) του άποψης, και χωρίς να προκαλείται οποιαδήποτε επιβάρυνση σε κάποιο εξαιτίας της συζήτησης, οι γονείς, στις περιπτώσεις που τα παιδιά ενδεχομένως να εκφράζουν «περίεργες» για τους ίδιους απόψεις, όπως να πάνε κάπου με κάπως μη κοινωνικογνωστικά αναμενόμενη ενδυμασία, θα ήταν χρήσιμο να σέβονται τις απόψεις των παιδιών, αφού αποτελούν πτυχή της ανάπτυξης και τηςδιαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους.

Τα κοινωνικογνωστικά στερεότυπα (τα οποία επηρεάζουν ή/και «καθορίζουν» κοινωνικά μεταξύ άλλων και την ενδεδειγμένη σε κάθε περίσταση ενδυμασία) αφού ανήκουν στο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή στην κοινωνικά επικρατούσα άποψη (π.χ. σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν ασυνήθιστο κάποιος άντρας να φορέσει ροζ φανέλα) δεν υπάρχει λόγος να θεωρούνται σαν «μηχανές» του πρέπει και του δεν πρέπει.

Τα παιδιά χρειάζεται να αρχίσουν να παίρνουν αποφάσεις για θέματα που τα αφορούν όσο πιο νωρίς έχουν τη δυνατότητα για αυτό.Αυτό, με τη σειρά του, συμβάλλει στο να αναπτύσσουν τα παιδιά τη δεξιότητα του να σκέφτονται βάση κάποιων δεδομένων (κρίση), να παίρνουν αποφάσεις βάση των δεδομένων που έχουν, και να κατανοούν ότι έχουν τη δυνατότητα (στην πορεία της ζωής τους) να αποφασίζουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους χωρίς να χρειάζεται να «εξαρτώνται» ή να βασίζονται σε αποφάσεις άλλων για θέματα που τους αφορούν.Υπάρχουν, βέβαια, οι πιθανότητες, σε μικρή ηλικία συνήθως (περίπου 2 χρονών) τα παιδιά να εξωτερικεύσουν κάποιες ιδέες, μεταξύ των οποίων και για θέματα των στιλιστικών απόψεων, όπως παραδείγματος χάριν γιατί το καλοκαίρι φοράμε αμάνικα ενώ τον χειμώνα μακρύ μανίκι.Σε αυτές τις περιπτώσεις θα ήταν χρήσιμο να ακολουθήσει συζήτηση των παιδιών με τους γονείς τους, όπου να εξηγούν στα παιδιά τους γιατί οι συγκεκριμένες ιδέες συνιστάται να αποφεύγονται.

Εφόσον οι συζητήσεις μεταξύ των γονέων και των παιδιών (ανεξαρτήτως ηλικίας των παιδιών) δεν έχουν ως στόχο την επίκριση από μέρους των γονέων και την επιβολή του, κατά την άποψη του γονέα, «σωστού», πέραν από ότι οι γονείς θα εξηγήσουν στα παιδιά το τι ενδεχομένως να είναι καλύτερο στην κάθε περίπτωση, αυτές οι συζητήσεις συμβάλλουν στη ενδυνάμωση της κριτικής ικανότητας των παιδιών και στη διαμόρφωση της εικόνας της υγιούς επικοινωνίας, δίνοντας με αυτό τον τρόπο το έναυσμα στα παιδιά να εντάσσονται και να συμμετέχουν ενεργά σε υγιείς συζητήσεις.

Επιπλέον, οι συνεχώς υγιείς συζητήσεις μεταξύ των γονέων και των παιδιών, από αρκετά μικρή ηλικία των παιδιών, βοηθούν τα παιδιά να αντιληφθούν τη σημασία της υγιούς συζήτησης με τους γονείς τους, στην οποία θα μπορούν να ανατρέχουν (ανεξαρτήτως ηλικίας) σε περιπτώσεις που το έχουν ανάγκη, όπως προβλήματα στο σχολείο ή με τους φίλους, όταν έχουν γίνει θύματα εκφοβιστικής συμπεριφοράς, όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις ή να πάρουν δύσκολες αποφάσεις κλπ.

 

Στην περίπτωση, όμως, που η συζήτηση δεν οδηγήσει σε υγιές αποτέλεσμα (δηλαδή στο σημείο τομής των δύο απόψεων), ενδεχομένως, υποκρύπτοντες παράγοντες (σχετικοί ή/και μη με το θέμα) να επηρεάζουν σε αυτό.Είναι πιθανόν οι υποκρύπτοντες παράγοντες να προέρχονται τόσο από τους γονείς, όσο και από τα παιδιά.Στις περιπτώσεις που προέρχονται από τους γονείς συνήθως σχετίζονται με την ιδέα του «σωστού» που κάποιοι γονείς ίσως να θεωρούν ότι κατέχουν και την προσπάθειά τους να επιβάλουν (χωρίς κάποιες φορές να βλέπουν σφαιρικά την άποψη του παιδιού) το κατά την άποψή τους «σωστό» στα παιδιά τους πιστεύοντας ότι αυτό είναι το ωφέλιμο για τα παιδιά τους.

Τα παιδιά με τη σειρά τους, ίσως να αντιδρούν στην πίεση που, ίσως, λαμβάνουν από τους γονείς τους (στη συγκεκριμένη ή/και σε προηγούμενες περιπτώσεις), όταν οι γονείς τους προσπαθούν να τους μεταδώσουν το «σωστό». Τα παιδιά τότε, συχνά, προσπαθούν να εναντιωθούν στους γονείς στην προσπάθειά τους να «εκδικηθούν» για την πίεση που, ίσως, λαμβάνουν αλλά και για να περάσουν το μήνυμα στον εαυτό τους ότι «ο εαυτός τους τούς ανήκει» και έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν για τα θέματα που τους αφορούν.

Για την υγιή επικοινωνία μεταξύ γονέα και παιδιού (και όχι μόνο) ενδεχομένως να χρειαστεί η παρέμβαση από κάποιο ειδικό, ο οποίος θα διερευνήσει σε βάθος το θέμα και θα παρέμβει δεόντως.

Επομένως, το θέμα της στιλιστικής άποψης των παιδιών, αλλά και γενικότερα τα θέματα που αφορούν τα παιδιά χρειάζεται να είναι σεβαστά από τους γονείς, χωρίς όμως ο «σεβασμός» να δώσει στα παιδιά τη δυνατότητα οποιασδήποτε υπέρβασης, του να επιβάλλονται, δηλαδή, τα παιδιά στους γονείς, θέτοντας με αυτό τον τρόπο σε κίνδυνο τη λειτουργικότητα της οικογένειας.

Στυλιανός Κωνσταντίνου
Εγγεγραμμένος Κλινικός Ψυχολόγος
[email protected]

Facebook – Instagram: stylianos.constant

Τηλ.: 99 860686

 

 

 

You may also like